Monthly Archives: Οκτώβριος 2018

Ο Μολώχ του leksandr Ivanovich Kuprin

Ο leksandr Ivanovich Kuprin (1870-1938) θεωρείται σαν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρώσικου κριτικού ρεαλισμού. Κατάγονταν από οικογένεια χρεοκοπημένων αριστοκρατών και μεγάλωσε ορφανός από πατέρα. Αρχικά είχε επιλέξει να ακολουθήσει την καριέρα στρατιωτικού…

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΚΙΟΥΠΡΙΝ, Μολώχ, εκδόσεις Εξάρχεια , σελ. 103

 

Ο leksandr Ivanovich Kuprin (1870-1938) θεωρείται σαν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρώσικου κριτικού ρεαλισμού. Κατάγονταν από οικογένεια χρεοκοπημένων αριστοκρατών και μεγάλωσε ορφανός από πατέρα. Αρχικά είχε επιλέξει να ακολουθήσει την καριέρα στρατιωτικού. Τελικά εγκατέλειψε το στρατό και ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα όπως αυτό του δημοσιογράφου, του κυνηγού, του ψαρά κλπ. Η συγγραφή όμως τον κέρδισε, όπου και σημείωσε αρκετές επιτυχίες.

Όταν ξέσπασε η μπολσεβίκικη επανάσταση αυτός αντιστρατεύτηκε τους μπολσεβίκους και έτσι έφυγε για το Παρίσι όπου έζησε για 17 χρόνια και όπου για να επιβιώσει ασχολήθηκε με διάφορα άλλα επαγγέλματα εκτός της συγγραφικής, έγινε αλκοολικός ενώ η συγγραφική του αίγλη ξεθώριασε μακριά από την πατρίδα του, όπου βρίσκονταν το αναγνωστικό του κοινό. Τελικά το 1937 επέστρεψε στη Ρωσία του Στάλιν όπου και πέθανε ένα χρόνο μετά. Εξαιτίας της φυγής του από την επαναστατημένη Ρωσία, κάποιος μπορεί να συνάγει εύκολα ότι ήταν ένας συντηρητικός καλλιτέχνης που η επανάσταση εκμηδένισε, όπως συνέβη με τόσους άλλους. Και όμως ο Κιούπριν δεν ήταν συντηρητικός. Αρκεί κάποιος να διαβάσει το Μολώχ (1893) για να το καταλάβει.

Η συγκεκριμένη νουβέλα διαβάζεται μονορούφι, καθώς ο συγγραφέας είναι άριστος γνώστης της συγγραφικής τέχνης, ενώ επιπρόσθετα η υπόθεση του παραμένει πάντα επίκαιρη, ειδικά στην εποχή μας που μοιάζει ανησυχητικά με την εποχή που τα γεγονότα της νουβέλας διαδραματίζονται. Ένας επιτυχημένος μηχανικός λοιπόν εργοστασίου δεν είναι καθόλου ευτυχισμένος από τη ζωή του. Και όταν λέμε καθόλου το εννοούμε! Το χρήμα δεν τον ενδιαφέρει, ούτε οι άλλες μικροαστικές απολαύσεις. Πρόκειται στην ουσία για αντιήρωα που κινείται στα όρια της σύμβασης και της επανάστασης.

Ο βιομηχανικός πολιτισμός είναι κυρίαρχος και τα έχει διαφθείρει όλα. Μολώχ ονομάζει ο αντιήρωας το εργοστάσιο στο οποίο δουλεύει. «Νάτος – ιδού ο Μολώχ, και διψάει για ζεστό, ανθρώπινο αίμα!» φωνάζει δείχνοντας το εργοστάσιο και συνεχίζει «Ω βέβαια, αυτή είναι η πρόοδος, το έργο των μηχανών, η επιτυχία του πολιτισμού…» Ο Μολώχ ήταν Θεός των Χαναναίων στον οποίο θυσίαζαν ανθρώπους. Με το πέρασμα του χρόνου όμως τίποτα δεν άλλαξε παρά ο τρόπος θυσίας σε μία παράλογη ανώτερη δύναμη. Ο βιομηχανικός πολιτισμός λοιπόν θυσιάζει ανθρώπους, σκοτώνοντας τους βέβαια όχι αμέσως, όπως γινόταν στις αρχαίες ανθρωποθυσίας, αλλά αργά και βασανιστικά με την εξαντλητική εργασία. Ανθρώπους που όμως συνεχίζουν χαρούμενοι και παραμυθιασμένοι να οδεύουν προς τη θυσία τους.

 

Η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με τον αντιήρωα είναι μία ψευδαίσθηση. Τα πάντα γύρω του φαίνονται γλοιώδη και ψεύτικα. Οι προϊστάμενοι του, οι δουλοπρεπείς συνάδερφοι του κλπ. Ο Κιουπρίν είναι πολύ καλός ανατόμος των ανθρώπινων παθών όπως ο Ντοστογιέφσκι. Αλλά εδώ θα βρείτε και λίγο Κάφκα. Ο ήρωας δε μπορεί ποτέ να κάνει την υπέρβαση. Είναι πολύ θαρραλέος για να μείνει άπραγος, αλλά πολύ δειλός για να κάνει πράξεις. Παντού γύρω του βλέπει την ταπείνωση της κοινωνίας αλλά δε μπορεί να κάνει τίποτα για να αλλάξει τη ζωή αν όχι των άλλων, τουλάχιστον τη δική του.

Ο Μολώχ δεν είναι ένα political correct έργο. Δεν υπάρχουν καλοί εργαζόμενοι, αθώες γυναίκες-θύματα κ.λπ. Επιτίθεται με λύσσα στους μεγαλοκαπιταλιστές αλλά και στους δουλικούς εργάτες που προσκυνάνε τα γλοιώδη αφεντικά. Σατιρίζει τους ματαιόδοξους νεαρούς της φανφάρας και της υποκρισίας αλλά και τις δεσποινίδες που κατά βάθος και άσχετα με το τι λένε κυνηγάνε να πιάσουν την καλή και εγκαταλείπουν με μεγάλη ευκολία τον «αληθινό» έρωτα. Μπορούμε να πούμε ότι σε κάποια σημεία θυμίζει τους μετέπειτα μεγάλους καυστικούς συγγραφείς, όπως το Σελίν και τον Μπουλγκάκοφ. Το συμπέρασμα του Κιούπριν είναι ότι το χρήμα τα έχει όλα ξεφτιλίσει, δεν υπάρχουν αξίες. Δεν υπάρχουν καλοί. Όλοι θύτες και θύματα είναι ένοχοι. Οι πρώτοι για την κακία τους, οι δεύτεροι για την αθωότητα και τη χαζομάρα τους. Το τέλος είναι σαρωτικό. Το εργοστάσιο διαλύεται από μία εξέγερση (που μάλλον όμως είναι μία κομπίνα των μεγαλομέτοχων για να τα κονομήσουν…) και ο ήρωας μας ξαναπέφτει στη μορφίνη.

Είναι ένα έργο που ο συγγραφέας έγραψε σε νεαρή ηλικία (28 χρονών) και διακατέχεται από τον πεσιμισμό και την οργή της νεότητας. Η συντριπτική απογύμνωση των πραγματικών ανθρώπινων προθέσεων (σε σημεία σου έρχεται στο μυαλό ο Σταντάλ) αναμειγνύεται με την κριτική στο βιομηχανικό πολιτισμό αλλά πουθενά δεν υπάρχει ελπίδα για αλλαγή. Ο Κιουπρίν ασπάζεται τον πεσιμισμό του ατομικισμού αλλά δεν προχωράει στην επαναστατική πλευρά του τελευταίου. Τι μένει όταν τα απογυμνώσεις όλα? Η απάντηση είναι μόνο η θέληση σου να εξεγερθείς,η θέληση σου να τα αλλάξεις όλα. Και ο αντιήρωας του Μολώχ επιλέγει το αντίθετο. Νευρικός και ανήμπορος, ονειροπόλος και πεζός μαζί, επιλέγει το δρόμο της παραίτησης, επιλέγει την ήττα, επιλέγει τη μορφίνη.

Advertisements

Τα επαναστατικά γουέστερν

Τα επαναστατικά γουέστερν

Του Παναγιώτη Ξηρουχάκη

Υπάρχει μια κατηγορία ταινιών που αντικειμενικά δεν έχει πάρει ότι της αξίζει στη συνείδηση του «κουλτουριάρικου» σινεφίλ κοινού (και ίσως εδώ που τα λέμε καλύτερα…). Αυτή η κατηγορία δεν είναι άλλη από τα γουέστερν, ένα είδος κινηματογράφου έντονα ταυτισμένο με την εικόνα του μάτσο αμερικάνου ήρωα ,των κακών ινδιάνων κλπ.

Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Υπάρχει πράγματι αυτή η όψη του νομίσματος. Υπάρχει και η άλλη…Τις δεκαετίες του 60,αλλά και το 70, έχουμε γουέστερν επιστημονικής  φαντασίας, γουέστερν τρόμου (Dracula and Son), τα σπαγγέτι γουέστερν (που ο ήρωας συνήθως είναι ο παράνομος και όχι ο σερίφης), τα σουρεαλιστικά γουέστερν (το Εl Topo του Alejandro Jodorowsky ) κλπ. Πάντως δύο επαναστατικά γουέστερν (ιταλών σκηνοθετών και τα δύο) εκείνης της εποχής θα ξεχωρίζουν και θα λάμπουν για πάντα. Μιλάμε για το KEOMA (1976) και το GREAT SILENCE (1968).

THE GREAT SILENCE

Σε μία πόλη των ΗΠΑ στα τέλη του 20ου αιώνα μια ομάδα περιθωριακών και φτωχών έχει καταφύγει στα γύρω βουνά λόγω της πείνας και αναγκάζεται να ζει διαπράττοντας ληστείες. Η κυβέρνηση τους έχει επικηρύξει. Μια ομάδα κυνηγών των επικηρυγμένων με την ανοχή του κράτους κυριολεκτικά αλωνίζει σκοτώνοντας τους επικηρυγμένους ακόμα και όταν αυτοί παραδίδονται. Αρχηγός των κυνηγών είναι ο KlausKinsky (τότε ακόμα ήταν ένας σχετικά άγνωστος ηθοποιός). Άποψη μου είναι ότι η ερμηνεία σε αυτό το film είναι η μεγαλύτερη στιγμή στην καριέρα του. Η γκροτέσκο ερμηνεία του πάνω στη μορφή ενός σαδιστή-λάτρη του νόμου-κυνηγού επικηρυγμένων είναι ανεπανάληπτη.

Όπως και στα περισσότερα σπαγγέτι γουέστερν θα εμφανιστεί ο εκδικητής του κακού (τον οποίο υποδύεται ο JeanLouisTrintignant), ένας μουγκός πιστολέρο που θα προστατεύσει τους αδύναμους επικηρυγμένους και θα γίνει ο φόβος και ο τρόμος της εξουσίας. Ο ίδιος ο Corbucci δήλωσε ότι έπλασε αυτόν τον ήρωα με βάση τον Τσε Γκεβάρα.

Το GREAT SILENCE είναι ένα από τα πιο ξεκάθαρα πολιτικοποιημένα γουέστερν. Επίσης πέρα από πολιτικοποιημένο film, είναι επίσης από τις πιο «μαύρες» ταινίες που μπορεί κάποιος να δει. Δεν υπάρχει happy end, το τέλος είναι κυριολεκτικά κατάμαυρο. Ο Sergio Corbucci σε αφήνει με μία πικρή γεύση στο στόμα (ίσως λόγο προσωπικών εμπειριών από την πάλη με την εξουσία? ποιος ξέρει;).

Να συμπληρώσω εδώ ότι ο Corbucci σε αυτή την ταινία είναι επηρεασμένος από το «BlackSabbath» του ΜαrioBava , οπότε από άποψη σκηνογραφίας και φωτογραφίας είναι σαν να βλέπετε gothic ταινία και όχι κλασσικό σπαγγέτι γουέστερν. Αυτό το περίεργο στοιχείο προσθέτει αρκετά στη μαγεία και τη διαφορετικότητα  της ταινίας.

Κάπου στο internet διάβασα για τον Corbucci (που πέθανε το 1996) ότι «ο Corbucci δεν έγινε πολύ γνωστός και δεν πήρε αυτό που του άξιζε αλλά τουλάχιστον όσοι είδαν το GREATSILENCE είδαν ένα film που δε θα το ξεχάσουν ποτέ».

ΚΕΟΜΑ 


Το KEOMA, του Castellari ένα από τα πιο ασυνήθιστα και παράξενα spaghetti .Το σενάριο του βασίζεται στο κλασικό μοτίβο των σπαγγέτι γουέστερν εκδίκησης: η συνηθισμένη ιστορία επιστροφής του ήρωα που στο παρελθόν είχε αδικηθεί από το τυραννικό καθεστώς του χωριού. Σκοπός του η εκδίκηση. Στην ταινία όμως εισέρχονται στοιχεία σουρεαλιστικά (μοιάζει σε κάποια σημεία με το Eltopo).

Επίσης στην ταινία μπαίνουν θέματα μειονοτήτων και ρατσισμού.

Ο Κεόμα είναι μιγάς, μισός Ινδιάνος και μισός λευκός. Ο σύντροφος του είναι έγχρωμος. Το χωριό είναι εχθρικό και αφιλόξενο γιa τον Κεομα, τους ινδιάνους και τους φτωχούς λευκούς. Η εξουσία είναι ασύδοτη. Με άλλα λόγια δε θα δείτε ένα κλασσικό αμερικάνικο γουέστερν.Η ταινία περιγράφει τη μάχη ενάντια στη διαφθαρμένη και ασύδοτη ρατσιστική εξουσία σε ένα χωριό της άγριας δύσης. Τα ποιητικά πλάνα του Castellari, η συγκλονιστική ερμηνεία του Franko Nero (πρωταγωνιστής στο ρόλο του Κεομα), το απίστευτο πιστολίδι και το υπέροχο σουρεαλιστικό τέλος, συνθέτουν συνολικά μία δυνατή ταινία, ένα ανατρεπτικό γουέστερν. Έπος!